Η μητροπολη (G.Agamben)

Η Μητρόπολη – του Giorgio Agamben

Metropolis by Giorgio Agamben

Uni.Nomade. November 16, 2006. Seminar. Metropoli – Moltitudine. Italian. Venice

Πολλά χρόνια πριν είχα μια κουβέντα με τον Γκι Ντεμπόρ που πίστευα ότι ήταν για την πολιτική φιλοσοφία μέχρις ότου ο Γκι με διέκοψε και μου είπε: «Κοίτα εγώ δεν είμαι φιλόσοφος, είμαι στρατηγιστής». Αυτή η δήλωσή του με παραξένεψε διότι εγώ τον έβλεπα σαν φιλόσοφο όπως και τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι αυτό που εννοούσε είναι ότι κάθε σκέψη, όσο «καθαρή», γενική ή αφηρημένη κι αν προσπαθεί να είναι, πάντα χαράσσεται από ιστορικά και πρόσκαιρα σημάδια κι έτσι συλλαμβάνεται και κατά κάποιον τρόπο εντάσσεται μες σε μια στρατηγική και μια επιτακτικότητα. Το λέω αυτό διότι οι συλλογισμοί μου θα είναι βεβαίως γενικοί και δεν θα μπω στη λογική των αντιπαραθέσεων αλλά ελπίζω ότι θα έχουν το σημάδι της στρατηγικής.

Θα ήθελα να ξεκινήσω από μια κοινότοπη θέαση, δηλαδή, σχετικά με την ετυμολογία της λέξης μητρόπολη. Όπως γνωρίζετε στα ελληνικά μητρόπολη σημαίνει Μητέρα Πόλη και αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα σε πόλεις και αποικίες. Οι πολίτες που έφευγαν από μια πόλη για να ιδρύσουν μια αποικία, ονομάζονταν «εν αποικία» απομακρυσμένοι από την πατρίδα κι από την πόλη, που τότε σε σχέση με την αποικία, έπαιρνε τον ρόλο της Μητέρας Πόλης.. Όπως γνωρίζετε αυτή η σημασία της λέξης ισχύει και σήμερα και εκφράζει το μητροπολιτικό έδαφος σε σχέση με τις αποικίες. Η πρώτη διδακτική παρατήρηση σε σχέση με την ετυμολογία της μητρόπολης είναι ότι η λέξη μητρόπολη υποδηλώνει έντονα μια μέγιστη απομάκρυνση και μια χωρική και πολιτική ανομοιογένεια όπως εκείνη που ορίζει τη σχέση μεταξύ του κράτους ή της πόλης και της αποικίας. Και αυτό αίρει μια σειρά από αμφιβολίες για τη σύγχρονη οπτική της μητρόπολης σαν ένα αστικό, συνεχές και σχετικά ομογενές πλέγμα.

Η πρώτη σκέψη είναι η εξής Η ισονομία που ορίζει το πολιτικό μοντέλο της ελληνικής πόλης  δεν ισχύει για τη σχέση πόλης και αποικίας και ως εκ τούτου ο όρος μητρόπολη όταν μετατοπίζεται για να σημάνει το αστικό πλέγμα, κουβαλά αυτή τη θεμελιώδη ανομοιογένεια. Προτείνω λοιπόν να κρατήσουμε τον όρο μητρόπολη για κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από την πόλη, μες την παραδοσιακή αντίληψη για την πόλη δηλαδή κάτι  πολιτικά και χωρικά ισονομικό.

Προτείνω να χρησιμοποιούμε τον όρο μητρόπολη για να καταδείξουμε το νέο αστικό πλέγμα που αναδύεται παράλληλα με τις διαδικασίες μεταμόρφωσης που ο Μισέλ Φουκώ όριζε σαν την αλλαγή από την εδαφική εξουσία του παλαιού καθεστώτος, της εθνικής κυριαρχίας στη μοντέρνα βιοεξουσία, που είναι στην ουσία της κυβερνητική.

Αυτό σημαίνει ότι για να καταλάβει κανείς τι είναι η μητρόπολη, πρέπει να αντιληφθεί την διαδικασία κατά την οποία προοδευτικά η εξουσία παίρνει τη μορφή κυβέρνησης πραγμάτων και ανθρώπων ή διαφορετικά αν θέλετε την μορφή οικονομίας. Η οικονομία δεν σημαίνει παρά διακυβέρνηση τον 18ο αιώνα, την διακυβέρνηση των πραγμάτων και των ανθρώπων. Η πόλη του φεουδαρχικού συστήματος του παλαιού καθεστώτος ήταν πάντα σε μια κατάσταση εξαίρεσης σε σχέση με τις μεγάλες εδαφικές δυνάμεις, ήταν η città franca., με σχετική αυτονομία από τις μεγάλες αυτοκρατορίες.(1) Θα έλεγα λοιπόν ότι η μητρόπολη είναι η «κατασκευή» (Βλ. Φουκώ “dispositif”) ή το σύνολο «κατασκευών»  που αντικαθιστά την πόλη όταν η εξουσία γίνεται διακυβέρνηση ανθρώπων και πραγμάτων.

Δεν μπορούμε να επεκταθούμε στην πολυπλοκότητα της μεταμόρφωσης της εξουσίας σε διακυβέρνηση. Η διακυβέρνηση δεν είναι επικράτηση και βία, είναι μια πιο περίπλοκη σύνθεση που διατρέχει την ίδια τη φύση των κυβερνώμενων, υπονοώντας έτσι την ελευθερία τους, είναι μια εξουσία όχι υπερφυσική αλλά έμφυτη, με ουσιώδες χαρακτηριστικό ότι πάντα σε συγκεκριμένες τις εκφάνσεις παρουσιάζεται ως παράπλευρο αποτέλεσμα, κάτι που προκύπτει  στη γενική οικονομία και κατόπιν εκπίπτει επί του ιδιαίτερου, του συγκεκριμένου. Όταν οι αμερικανοί στρατηγιστές μιλούν για παράπλευρες απώλειες πρέπει να ακούμε την κυριολεξία: Η διακυβέρνηση έχει πάντα αυτό το σχήμα της γενικής οικονομίας, με παράπλευρα αποτελέσματα στους ιδιώτες, στα υποκείμενα.

Γυρνώντας πάλι στην μητρόπολη, έχω την αίσθηση ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία ανάπτυξης και εξέλιξης της παλιάς πόλης, αλλά με τη θέσπιση ενός νέου προτύπου του οποίου τα χαρακτηριστικά οφείλουμε να αναλύσουμε. Αναμφίβολα, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι ότι υπάρχει μια αλλαγή από το μοντέλο της πόλης που ιδρύεται γύρω από το κέντρο, δηλαδή τον δημόσιο χώρο εκείνον της «αγοράς», σε μια καινούργια μητροπολιτική χωρικότητα που σίγουρα επενδύει στη διαδικασία από-πολιτικοποίησης με αποτέλεσμα  το να δημιουργείται μια παράξενη ζώνη όπου είναι αδύνατον να αποφασιστεί τι είναι ιδιωτικό και τι είναι δημόσιο. 

Ο Μισέλ Φουκώ προσπάθησε να ορίσει μερικά από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτού του αστικού χώρου σε σχέση με την κυβερνησιμότητά του. Κατά τη γνώμη του, υπάρχει μια σύγκλιση δύο προτύπων που ήταν μέχρι τώρα διακριτά. Της λέπρας και της πανώλης. Το πρότυπο της λέπρας βασιζόταν καθαρά στον αποκλεισμό, χρειαζόταν οι λεπροί να «τοποθετηθούν εκτός» πόλης Σε αυτό το μοντέλο, η καθαρή πόλη κρατάει τον ξένο μακριά, ο μεγάλος εγκλεισμός,, φυλάκιση και αποκλεισμός (2). Το μοντέλο της πανώλης είναι εντελώς διαφορετικό και αναδύει ένα άλλο πρότυπο. Όταν η πόλη έχει χτυπηθεί από την πανώλη είναι αδύνατον να απομακρυνθούν τα θύματα. Αντιθέτως, σε αυτή την περίπτωση δημιουργείται ένα σύστημα παρακολούθησης, ελέγχου και διάρθρωσης του αστικού χώρου. Διαχωρίζονται σε περιοχές, μέσα σε κάθε περιοχή ο κάθε δρόμος είναι αυτόνομος και παρακολουθούνται από έναν διευθύνοντα, κανείς δεν μπορεί να βγει από το σπίτι του αλλά κάθε μέρα τα σπίτια ελέγχονται, κάθε κάτοικος εξετάζεται, πόσοι είναι, πόσοι πέθαναν κλπ. Είναι μια τετραγωνοποίηση του αστικού εδάφους που παρακολουθείται από διευθύνοντες, γιατρούς και στρατιώτες.  Οπότε ενώ ο λεπρός απορρίπτεται μέσα από έναν μηχανισμό αποκλεισμού, το θύμα πανούκλας εγκλείεται, παρακολουθείται, ελέγχεται και θεραπεύεται μέσω ενός σύνθετου ιστού «κατασκευών» που διαιρούν και εξατομικεύουν και έτσι εκφράζεται και η αποτελεσματικότητα του ελέγχου και της εξουσίας.

Έτσι, ενώ η λέπρα είναι ένα πρότυπο της κοινωνίας του αποκλεισμού, η πανώλη είναι ένα πρότυπο τεχνικών πειθάρχησης, τεχνολογιών που θα οδηγήσουν την κοινωνία κατά τη μετάβαση από το παλαιό καθεστώς στο πειθαρχικό πρότυπο. Σύμφωνα με τον Φουκώ, ο πολιτικός χώρος της νεωτερικότητας, είναι το αποτέλεσμα αυτών των δυο προτύπων, σε κάποιο σημείο ο λεπρός αρχίζει και αντιμετωπίζεται σαν θύμα πανούκλας και το αντίθετο. Με άλλα λόγια, αναδύεται μια προβολή μες το πλαίσιο του αποκλεισμού και του διαχωρισμού της λέπρας, μιας κατάστασης παρακολούθησης, ελέγχου, εξατομίκευσης και έκφρασης πειθαρχικής δύναμης , έτσι ώστε να γίνεται μια περίπτωση εξατομίκευσης, υποκειμενοποίησης και αναμόρφωσης του λεπρού με το να αντιμετωπίζεται ως θύμα πανούκλας. Υπάρχει λοιπόν μια διπλή παγίδευση: Από τη μια η απλή διπολική αντίθεση μεταξύ  άρρωστου και υγιούς, τρελού φυσιολογικού κλπ. και από την άλλη μια ολάκερη περίπλοκη σειρά από διαφοροποιητικές παρατάξεις από τεχνολογίες και «κατασκευές» που υποκειμενοποιούν, διαχωρίζουν και ελέγχουν τα υποκείμενα. Αυτό είναι το πρώτο χρήσιμο πλαίσιο για έναν γενικό ορισμό του μητροπολιτικού χώρου σήμερα, και εξηγεί κατ τα άλλα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που συζητάτε εδώ: Την αδυνατότητα να οριστούν ομόφωνα σύνορα, τείχη, χωρικοποίηση γιατί είναι αποτέλεσμα αυτής της δράσης αυτού του διαφορετικού προτύπου: όχι πλέον μια απλή διπολική διαίρεση αλλά η προβολή μια περίπλοκης σειράς διαρθρωτικών και εξατομικευτικών διαδικασιών και τεχνολογιών.

Θυμάμαι τη Γένοβα το 2001΄Σκεφτόμουν πως είναι ένα πείραμα για το πώς θα αντιμετωπιστεί το κέντρο μιας παλιάς πόλης, που ακόμη την χαρακτηρίζει μια παλιά αρχιτεκτονική, να δει κανείς πως ξαφνικά θα δημιουργηθούν τείχη, πύλες που όχι μόνο είχαν τη λειτουργία αποκλεισμού και διαχωρισμού αλλά βρίσκονταν εκεί για να εκφράσουν διαφορετικούς χώρους και να εξατομικεύσουν χώρους και υποκείμενα. Αυτή η ανάλυση που ο Φουκώ περιληπτικά σκιαγραφεί, μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω και να εκβαθυνθεί. Όμως τώρα θέλω να καταλήξω με μια άλλη σημείωση και να επικεντρωθώ σε ένα άλλο σημείο.

Είπα ότι η πόλη είναι μια «κατασκευή» ή ένα σύνολο από «κατασκευές». Η θεωρία στην οποία αναφερθήκατε νωρίτερα ήταν περιληπτικά η ιδέα ότι η πραγματικότητα μπορεί να διαχωριστεί από τη μια στους ανθρώπους και τα έμβια όντα και από την άλλη, στις «κατασκευές» που συνεχώς τους παγιδεύουν και τους κυριεύουν. Παρόλα αυτά το τρίτο θεμελιώδες στοιχείο που ορίζει μια «κατασκευή», νομίζω και για τον Φουκώ, είναι η σειρά από διαδικασίες υποκειμενοποίησης που προκύπτουν από τη σχέση, σώμα με σώμα, ανάμεσα στα υποκείμενα και τις «κατασκευές» Δεν υπάρχει «κατασκευή» χωρίς διαδικασία υποκειμενοποίησης, για να μιλήσει κανείς για «κατασκευή», πρέπει να δει την διαδικασία υποκειμενοποίησης. Υποκείμενο σημαίνει δύο πράγματα. Ό,τι οδηγεί το άτομο να υποθέσει και να συνδεθεί με μια ατομικότητα και μοναδικότητα αλλά επίσης και η υπηκοοποίηση σε μια εξωτερική εξουσία Δεν υπάρχει διαδικασία υποκειμενοποίησης χωρίς τις δύο αυτές όψεις.

Αυτό που συνήθως λείπει, και από τα διάφορα κινήματα, είναι η συνείδηση αυτής της σχέσης, η επίγνωση ότι κάθε φορά που κάποιος αποδέχεται μια ταυτότητα την ίδια στιγμή υποτάσσεται. Προφανώς αυτό περιπλέκεται από το γεγονός ότι οι σύγχρονες «κατασκευές» όχι μόνο συνεπάγονται τη δημιουργία μιας υποκειμενικότητας αλλά ταυτόχρονα και εξίσου εμπεριέχουν διαδικασίες από-υποκειμενοποίησης. Αυτό μπορεί πάντα να ίσχυε, σκεφτείτε την εξομολόγηση, που διαμόρφωσε τη δυτική υποκειμενικότητα (την επίσημη εξομολόγηση των αμαρτιών), ή τη δικαστική ομολογία που ακόμα βιώνουμε. Η εξομολόγηση .πάντα συνεπάγεται τη δημιουργία ενός υποκειμένου αλλά και την άρνηση του υποκειμένου, για παράδειγμα στις φιγούρες του αμαρτωλού και του εξομολογητή, είναι φανερό ότι η υπόθεση μιας υποκειμενικότητας πηγαίνει μαζί με μια διαδικασία από-υποκειμενοποίησης. Οπότε το ζήτημα έγκειται στο ότι σήμερα οι «κατασκευές» είναι αυξανόμενα από-υποκειμενοποιητικές οπότε είναι και δύσκολο να διακρίνουμε τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης που δημιουργούν. Αλλά η μητρόπολη είναι επίσης ένας χώρος  όπου μια τεράστια διαδικασία υποκειμενοποίησης συντελείται. Για αυτό το θέμα δεν γνωρίζουμε πολλά. Όταν λέω ότι πρέπει να γνωρίσουμε αυτές τις διαδικασίες, δεν αναφέρομαι απλώς σε μια κοινωνιολογική ή οικονομική και κοινωνική ανάλυση. Αναφέρομαι στο οντολογικό ή το Σπινοζιανό επίπεδο που θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα των υποκειμένων να δρουν. Μας λείπει αυτή η γνώση και αυτό είναι ίσως που κάνει αδιαφανείς τις μητροπολιτικές συγκρούσεις στις οποίες είμαστε σήμερα μάρτυρες. .

Νομίζω πως μια αντιπαράθεση με τις μητροπολιτικές «κατασκευές» θα καταστεί δυνατή μόνο όταν διαπεράσουμε τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης που η μητρόπολη συνεπάγεται με πιο διατυπωμένο τρόπο, βαθύτερα. Διότι πιστεύω ότι το αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων εξαρτάται από αυτό: από τη δυνατότητα να δράσουμε και να παρεμβληθούμε στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης, ούτως ώστε να φτάσουμε σε ένα στάδιο που θα χαρακτήριζα ακυβερνησιμότητα. Το αδιακυβέρνητο όπου η εξουσία μπορεί να ναυαγήσει στη παρούσα μορφή της, της κυβέρνησης, το αδιακυβέρνητο που πιστεύω ότι είναι η αρχή και η γραμμή εκκίνησης κάθε έννοιας πολιτικής.

(1) citta franca  ονομάστηκε επειδή είναι ελεύθερη από τον φεουδαρχικό φόρο (franca = free, ιδιωματισμός : farla franca, ‘την σκαπουλάρω’);

(2) Αυτοί οι συλλογισμοί βρίσκονται στο Lectures on Les Anormaux του Michel Foucault, διαλέξεων που δόθηκαν στο College de France το 1975, ειδικά στο τεύχος της 15 ης Ιανουαρίου Lecture II. Οι διαλέξεις του 1975 έχουν εκδοθεί στα αγγλικά από τον οίκο Verso as The Abnormals (London: 2003), στα γαλλικά από τον Gallimard (Paris: 1999) και στα ιταλικά από τον Feltrinelli (Milan: 2000).

πηγή